Μετάφραση του "spraak" σε Ελληνικά

Οι λόγος, ομιλία, γλώσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spraak" σε Ελληνικά.

spraak noun feminine γραμματική

De capaciteit om geluid en tonen met voort te brengen met de stembanden. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόγος

    noun masculine

    Μια μορφή ή έκφραση προφορικής επικοινωνίας στην οποία ένας ομιλητής εκδηλώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ενώπιον κοινού, συχνά για έναν δοσμένο σκοπό(Source: RHW)

    Met het oog op Salomo’s aansporing dienen wij onze spraak en onze handelingen te onderzoeken.

    Με βάση τη νουθεσία του Σολομώντα, χρειάζεται να εξετάζουμε τα λόγια και τις ενέργειές μας.

  • ομιλία

    noun feminine

    Μια μορφή ή έκφραση προφορικής επικοινωνίας στην οποία ένας ομιλητής εκδηλώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ενώπιον κοινού, συχνά για έναν δοσμένο σκοπό(Source: RHW)

    Moeilijk te zeggen of het de spraak is dan wel het inzicht.

    Είναι δύσκολο να πούμε αν έχει διαταραχθεί η ομιλία του ή και η αντίληψή του.

  • γλώσσα

    noun feminine

    Gebaren gingen in de meeste culturen vooraf aan spraak.

    Οι χειρονομίες και τα σήματα προηγήθηκαν της ομιλούσας γλώσσας σε πολλούς πολιτισμούς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Γλώσσα
    • διάλεξη
    • Ομιλία
    • φωνή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spraak " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Spraak
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ομιλία

    Moeilijk te zeggen of het de spraak is dan wel het inzicht.

    Είναι δύσκολο να πούμε αν έχει διαταραχθεί η ομιλία του ή και η αντίληψή του.

Φράσεις παρόμοιες με "spraak" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spraak" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη