Μετάφραση του "springen" σε Ελληνικά
Οι πάλλομαι, πηδώ, αναπηδώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "springen" σε Ελληνικά.
springen
verb
γραμματική
na zich tegen de zwaartekracht afgezet te hebben een korte vrije val door de lucht maken [..]
-
πάλλομαι
-
πηδώ
verbΕκτοξεύομαι γρήγορα προς τα πάνω έτσι ώστε το σώμα βρίσκεται στον αέρα χάρη στη φόρα.
Dat zou ik echt dolgraag doen. Van stenen muren springen, zwaard in de aanslag.
να πηδώ πάνω στα βράχια, με το σπαθί μου.
-
αναπηδώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξεπετάγομαι
- πετάγομαι
- σαλτάρω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " springen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "springen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άλμα εις τριπλούν
-
αναπηδώ
-
άλμα · καταρράκτης · πήδημα
-
Σταδιακή εμφάνιση, σβήσιμο με αναπήδηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη