Μετάφραση του "star" σε Ελληνικά

Οι αδιάλλακτος, αδυσώπητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "star" σε Ελληνικά.

star adjective γραμματική

Onmogelijk of bestand tegen buiging.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάλλακτος

    adjective

    12 Jehovah is geen starre, gevoelloze of zelfs wrede God, zoals hij vaak door religieuze leiders wordt afgeschilderd.

    12 Ο Ιεχωβά δεν είναι σε καμιά περίπτωση ο αδιάλλακτος, ψυχρός, ακόμη και σκληρός Θεός τον οποίο παρουσιάζουν πολλές φορές διάφοροι θρησκευτικοί ηγέτες.

  • αδυσώπητος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " star " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "star" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "star" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη