Μετάφραση του "starten" σε Ελληνικά

Οι αρχίζω, ξεκινώ, άρχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "starten" σε Ελληνικά.

starten verb γραμματική

Een activiteit starten. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχίζω

    verb

    De eerste stap of stappen nemen in het uitvoeren van een actie.

    De testcyclus wordt gestart wanneer de motor zijn stationair toerental heeft bereikt.

    Η αλληλουχία των φάσεων της δοκιμής αρχίζει όταν ο κινητήρας φθάσει να λειτουργεί στις στροφές βραδυπορίας.

  • ξεκινώ

    verb

    Ik denk dat we vandaag moeten starten met bidden voor zijn familie.

    Νομίζω πως πρέπει να ξεκινήσουμε με μια προσευχή για την οικογένειά του.

  • άρχομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " starten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "starten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "starten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη