Μετάφραση του "station" σε Ελληνικά

Οι σιδηροδρομικός σταθμός, σταθμός, στάθμευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "station" σε Ελληνικά.

station noun neuter γραμματική

plaats waar voertuigen kunnen stoppen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σιδηροδρομικός σταθμός

    noun masculine

    Een gebouw waar een trein in of bij stopt.

    Het douanekantoor waaronder het station van bestemming ressorteert, wordt aangemerkt als kantoor van bestemming.

    Το τελωνείο στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο σιδηροδρομικός σταθμός προορισμού αναλαμqάνει χρέη τελωνείου προορισμού.

  • σταθμός

    noun masculine

    σταθμός δημοσίων μεταφορών [..]

    Is dat het station?

    Είναι αυτός ο σταθμός;

  • στάθμευση

    noun feminine
  • μονάδα δίσκου

    — de computer moet zo zijn ontworpen dat de harde schijf en, indien beschikbaar, het CD-station of het DVD-station kunnen worden vervangen.

    — ο σχεδιασμός του υπολογιστή επιτρέπει αντικατάσταση του σκληρού δίσκου, και εφόσον υπάρχουν, της μονάδας δίσκου ή της μονάδας ψηφιακού βιντεοδίσκου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " station " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "station"

Φράσεις παρόμοιες με "station" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "station" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη