Μετάφραση του "stedelijk" σε Ελληνικά

Το αστικός είναι η μετάφραση του "stedelijk" σε Ελληνικά.

stedelijk adjective γραμματική

In relatie met (elke) de stad.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστικός

    adjective masculine

    Meer duurzaamheid op het gebied van stedelijke planning en stedelijk bestuur vereist een democratische, transparante en controleerbare besluitvorming.

    Ο βελτιωμένος βιώσιμος αστικός σχεδιασμός και διακυβέρνηση απαιτούν δημοκρατική, διαφανή και υπεύθυνη λήψη αποφάσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stedelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stedelijk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stedelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη