Μετάφραση του "steken" σε Ελληνικά

Οι μαχαιρώνω, βάζω, εισάγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "steken" σε Ελληνικά.

steken verb noun γραμματική

doorboren, prikken [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαχαιρώνω

    verb

    Ik win je vertrouwen en steek je in de rug.

    Κερδίζω την εμπιστοσύνη σου και σε μαχαιρώνω πισώπλατα.

  • βάζω

    verb

    De auto start pas als ik ze erin steek.

    Απλά το αυτοκίνητο ανάβει όταν τα βάζω μέσα.

  • εισάγω

    verb

    Ik weet nog dat ik de naald in zijn borst stak.

    Θυμάμαι να εισάγω τη βελόνα στο στήθος του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θέτω
    • αγγέλω
    • φορώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " steken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "steken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εγκαταλελειμμένος
  • παύση πληρωμών
  • απεργώ
  • έντονος · αψύς · δριμύς · οξύς
  • απάρνηση · αφήνω · εγκατάλειψη · εγκαταλείπω · παραδίνομαι · παρατώ
  • βελονιά · πόντος · τσίμπημα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "steken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη