Μετάφραση του "sterkte" σε Ελληνικά

Το δύναμη είναι η μετάφραση του "sterkte" σε Ελληνικά.

sterkte noun verb feminine γραμματική

de mate waarin iets sterk is [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δύναμη

    noun feminine

    Omdat hij net als de meeste mannen niet sterk genoeg is om de consequenties aan te kunnen.

    Γιατί όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, δεν έχει την δύναμη να αντέξει τις συνέπειες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sterkte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sterkte"

Φράσεις παρόμοιες με "sterkte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ισχυρός κωδικός πρόσβασης
  • αθλητικός · ακμαίος · αψύς · δυνατός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sterkte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη