Μετάφραση του "sterveling" σε Ελληνικά

Οι θνητός, άνθρωπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sterveling" σε Ελληνικά.

sterveling noun masculine γραμματική

Een persoon die uiteindelijk zal sterven. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θνητός

    adjective masculine

    Als Goden op aarde lopen, lijden wij stervelingen.

    Όταν οι θεοί περπατούν στη Γη, εμείς οι απλοί θνητοί καταλήγουμε να υποφέρουμε.

  • άνθρωπος

    proper masculine

    Een lid van het menselijk ras.

    Een sterveling is maar een kort leven vol ellende gegund.

    " Ο άνθρωπος γεννιέται για να ζήσει μια σύντομη, δυστυχισμένη ζωή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sterveling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sterveling"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sterveling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη