Μετάφραση του "stikken" σε Ελληνικά

Οι πνίγω, ψήνομαι, βράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stikken" σε Ελληνικά.

stikken verb γραμματική

De dood of bewusteloosheid veroorzaken door het wegvallen van de normale ademhaling.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πνίγω

    verb

    Ik moest die wel opeten anders was ik gestikt.

    Έπρεπε να το φάει, ή θα πνίξει στο θάνατο.

  • ψήνομαι

    Verb verb

    Ik stik liever niet van de hitte in'n politieauto.

    Δε θα με πείραζε να ψήνομαι σ ́ ένα περιπολικό το καλοκαίρι.

  • βράζω

    verb
  • προκαλώ ασφυξία

    Ik heb genoeg aan boord om'n ezel te laten stikken.

    Έριξα μια χέσα στο κατάστρωμα που μπορεί να προκαλέσει ασφυξία σε ένα γαϊδούρι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stikken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stikken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη