Μετάφραση του "stof" σε Ελληνικά

Οι σκόνη, ύφασμα, υπόθεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stof" σε Ελληνικά.

stof noun feminine neuter γραμματική

heel kleine deeltjes [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκόνη

    noun feminine

    Elke soort vast materiaal opgedeeld in deeltjes van een hele kleine afmeting.

    Het laatste dat ik mij herinner was dat Zarina die stof naar ons gooide.

    Το τελευταίο που θυμάμαι είναι την Ζαρίνα να μας πετάει μια σκόνη.

  • ύφασμα

    noun neuter

    De specifieke regel is dus van toepassing op stof voor zakken.

    Συνεπώς, ο κανόνας ισχύει όσον αφορά το ύφασμα για τσέπες παντελονιών.

  • υπόθεμα

    Bewerkt mica en werken van mica, geagglomereerd of gereconstitueerd mica daaronder begrepen, op een drager van papier, van karton of van andere stoffen

    Τεχνουργήματα από μαρμαρυγία συμπεριλαμβανομένου του συσσωματωμένου ή ανασχηματισμένου μαρμαρυγία σε υπόθεμα από χαρτί, χαρτόνι ή άλλη ύλη

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλέγμα
    • φέρων οργανισμός
    • σκόνι
    • υπόσταση
    • Σκόνη
    • κονιορτός
    • πράγματα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stof " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stof" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stof" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη