Μετάφραση του "stomp" σε Ελληνικά
Οι κουφός, αμβλύς, στομωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stomp" σε Ελληνικά.
stomp
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Niet de capaciteit hebbende gemakkelijk te snijden; niet scherp. [..]
-
κουφός
adjective masculine -
αμβλύς
επίθετο masculineHet stompe trauma gebeurde na zijn dood, waarschijnlijk toen hij van de heuvel viel.
Ο αμβλύς τραυματισμός συνέβη μετά θάνατον, πιθανότερα λόγω της πτώσης στο βράχο.
-
στομωμένος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stomp " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stomp" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πεπλατυσμένο δωδεκάεδρο
-
Πεπλατυσμένος κύβος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη