Μετάφραση του "stoom" σε Ελληνικά
Οι ατμός, υδρατμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoom" σε Ελληνικά.
stoom
noun
masculine
γραμματική
De damp die gevormd wordt als water van de vloeibare fase naar de gasvormige fase overgaat nadat het zijn kookpunt heeft bereikt. [..]
-
ατμός
noun masculineDe destillatiekolf even verwarmen en stoom in de vloeistof leiden.
Ακολούθως η φιάλη αποστάξεως θερμαίνεται ελαφρά και διαβιβάζεται από τον αποστακτήρα ατμός εντός της φιάλης.
-
υδρατμός
noun masculineAls warmtetransportmedium wordt daarbij water (vloeibaar of als stoom) gebruikt
Ως αγωγός θερμότητας χρησιμοποιούνται τα ύδατα (σε υγρή μορφή ή ως υδρατμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stoom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη