Μετάφραση του "stout" σε Ελληνικά
Οι άτακτος, τολμηρός, ανδρείος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stout" σε Ελληνικά.
stout
adjective
noun
masculine
γραμματική
ondeugend of ongehoorzaam
-
άτακτος
noun masculineHet kan hem geen snars schelen of je in dit huis nu stout of lief bent geweest.
Και σ'αυτό το σπίτι δεν νοιάζεται αν ήσουν άτακτος ή όχι.
-
τολμηρός
adjectiveWe moeten dus de stoute schoenen aantrekken om de groeifase waarin wij ons nu bevinden op Europees niveau uit te breiden.
Πρέπει λοιπόν να είμαστε τολμηροί, για να παρατείνουμε τη φάση της μεγέθυνσης που γνωρίζουμε σήμερα σε ευρωπαϊκή κλίμακα.
-
ανδρείος
Adjective -
θαρραλέος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stout " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stout" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κάρολος της Βουργουνδίας
-
Φίλιππος Β’ της Βουργουνδίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη