Μετάφραση του "stout" σε Ελληνικά

Οι άτακτος, τολμηρός, ανδρείος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stout" σε Ελληνικά.

stout adjective noun masculine γραμματική

ondeugend of ongehoorzaam

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άτακτος

    noun masculine

    Het kan hem geen snars schelen of je in dit huis nu stout of lief bent geweest.

    Και σ'αυτό το σπίτι δεν νοιάζεται αν ήσουν άτακτος ή όχι.

  • τολμηρός

    adjective

    We moeten dus de stoute schoenen aantrekken om de groeifase waarin wij ons nu bevinden op Europees niveau uit te breiden.

    Πρέπει λοιπόν να είμαστε τολμηροί, για να παρατείνουμε τη φάση της μεγέθυνσης που γνωρίζουμε σήμερα σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

  • ανδρείος

    Adjective
  • θαρραλέος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stout " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stout" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stout" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη