Μετάφραση του "straat" σε Ελληνικά

Οι οδός, δρόμος, πορθμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "straat" σε Ελληνικά.

straat noun feminine γραμματική

de wegverharding tussen de huizen in een bewoonde plaats [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδός

    noun feminine

    δρόμος ασφαλτοστρωμένος ή πλινθοστρωμένος σε οικιστικό περιβάλλον

    Deze straat komt uit het Minoïsche gedeelte van de opgraving.

    Αυτή η οδός είναι από το επίπεδο της Μινωικής εποχής.

  • δρόμος

    noun masculine

    Een lang stuk harde grond waarop mensen kunnen rijden van de ene plaats naar een andere.

    De straat was donker.

    Ο δρόμος ήταν σκοτεινός.

  • πορθμός

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στενό
    • πορεία
    • κέντα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " straat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "straat"

Φράσεις παρόμοιες με "straat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "straat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη