Μετάφραση του "streep" σε Ελληνικά

Το γραμμή είναι η μετάφραση του "streep" σε Ελληνικά.

streep noun feminine γραμματική

een min of meer rechte getrokken lijn of lijnstuk [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραμμή

    noun feminine

    Een dunne horizontale streep die eindigt in twee verticale uitstulpingen.

    Μια τελείως οριζόντια γραμμή με δύο κάθετες προεξοχές στα άκρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " streep " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "streep" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "streep" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη