Μετάφραση του "stroom" σε Ελληνικά
Οι ποταμός, ποτάμι, ροή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stroom" σε Ελληνικά.
stroom
noun
verb
masculine
γραμματική
rivier, beek [..]
-
ποταμός
noun masculineDe eerste dopen voor de doden vinden in de Mississippi en plaatselijke stroompjes plaats.
Βαπτίσεις για τους νεκρούς τελούνται για πρώτη φορά στον ποταμό Μισισιπή και στα γύρω ποτάμια.
-
ποτάμι
noun neuterEr stroomde een beekje en in de verte zag je de bergen.
Με ένα ποτάμι από κάτω και τα υψίπεδα τριγύρω.
-
ροή
noun feminineHet meest zorgwekkend is de stroom van ultramoderne wapens naar door conflicten verscheurde gebieden in onvoorspelbare landen.
Τη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η ροή υπερσύγχρονων όπλων σε περιοχές οι οποίες μαστίζονται από συγκρούσεις, σε απρόβλεπτες χώρες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ενέργεια
- ρεύμα
- τάση
- ρυάκι
- ηλεκτρισμός
- εντάση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stroom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stroom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ροή ρύπου
-
ποταμάκι
-
Πυροκλαστική ροή
-
Ηλεκτρικό ρεύμα · ηλεκτρικό ρεύμα
-
ρέοντα ύδατα
-
αστικές ροές
-
κυλώ · ρέω · τρέχω
-
Εναλλασσόμενη ροή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη