Μετάφραση του "sturen" σε Ελληνικά

Οι στέλνω, οδηγώ, Οδηγώντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sturen" σε Ελληνικά.

sturen verb noun γραμματική

de richting bepalen waarin een schip zich voortbeweegt. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στέλνω

    verb

    Nou, zo te zien stuurde hij een alert naar iedereen hier.

    Φαίνεται πως ο τύπος έστειλε σε όλους την ειδοποίηση.

  • οδηγώ

    verb

    Zij geloven dat de rivier ze rechtstreeks naar de hel stuurt.

    Ορκίζονται ότι το ποτάμι οδηγεί κατευθεία προς το διάβολο.

  • Οδηγώντας

    Door de politie op hem af te sturen.

    Οδηγώντας τους μπάτσους σε αυτόν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sturen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sturen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη