Μετάφραση του "term" σε Ελληνικά
Το όρος είναι η μετάφραση του "term" σε Ελληνικά.
term
noun
masculine
γραμματική
een woord of uitdrukking
-
όρος
noun masculineΟνομασία έννοιας ή πράγματος.
De term „rubber” omvat alle soorten natuurlijke en synthetische rubber.
Ο όρος «καουτσούκ» περιλαμβάνει όλα τα είδη φυσικού και συνθετικού καουτσούκ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " term " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "term" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αφαίρεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη