Μετάφραση του "testament" σε Ελληνικά
Το διαθήκη είναι η μετάφραση του "testament" σε Ελληνικά.
testament
noun
neuter
γραμματική
een bindende verklaring waarin een overledene voor diens dood heeft laten vastleggen wat er te doen staat met de nalatenschap
-
διαθήκη
noun feminineakte
Uit dankbaarheid nam Edgar een groot legaat op in zijn testament.
Και ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Edgar άφησε ένα μεγάλο ποσόν, στη διαθήκη του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " testament " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "testament" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παλαιά διαθήκη
-
καινή διαθήκη
-
Παλαιά Διαθήκη
-
Καινή Διαθήκη
-
Καινή Διαθήκη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη