Μετάφραση του "thallium" σε Ελληνικά

Το θάλλιο είναι η μετάφραση του "thallium" σε Ελληνικά.

thallium noun neuter γραμματική

scheikundig element met symbool Tl en atoomnummer 81

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάλλιο

    noun neuter

    Een vergiftiging door zware metalen zou zijn zicht kunnen veranderen, in het bijzonder thallium.

    Δηλητηρίαση από βαρέα μέταλλα θα μπορούσε να προκαλέσει αλλαγές στην όραση, ιδίως το θάλλιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " thallium " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "thallium"

Φράσεις παρόμοιες με "thallium" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "thallium" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη