Μετάφραση του "theoloog" σε Ελληνικά

Το θεολόγος είναι η μετάφραση του "theoloog" σε Ελληνικά.

theoloog noun masculine γραμματική

een beoefenaar van de theologie

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεολόγος

    noun masculine

    persoon die theologie bestudeert

    Sta mij toe dat ik bij deze gelegenheid nog iets heel persoonlijks als christen en als theoloog zeg.

    Eπιτρέψτε μου, με την ευκαιρία αυτή, να πω και κάτι προσωπικό ως χριστιανός και θεολόγος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " theoloog " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "theoloog" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη