Μετάφραση του "tijdsduur" σε Ελληνικά

Το διάρκεια είναι η μετάφραση του "tijdsduur" σε Ελληνικά.

tijdsduur noun masculine γραμματική

De gewogen gemiddelde looptijd van een belegging.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάρκεια

    noun feminine

    De beoogde tijdsduur voor de verwezenlijking van de gemeenschappelijke actie bedraagt tien jaar .

    Η διάρκεια που προβλέπεται για την πραγματοποίηση της κοινής δράσεως ορίζεται σε δέκα έτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tijdsduur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tijdsduur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη