Μετάφραση του "timmerman" σε Ελληνικά

Οι μαραγκός, ξυλουργός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "timmerman" σε Ελληνικά.

timmerman noun masculine γραμματική

iemand die zich beroepsmatig vooral met houtbewerking bezighoudt

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαραγκός

    noun masculine

    iemand die zich beroepsmatig vooral met houtbewerking bezighoudt

    Haar vader was timmerman. Ze hadden geen geld.

    Ο πατέρας της ήταν μαραγκός και ήταν πάμπτωχοι.

  • ξυλουργός

    noun masculine

    Hij was een timmerman, geboren uit een maagd, in een rivier gedoopt.

    Ο Κρίσνα ήταν ξυλουργός γιός παρθένας, βαπτίστηκε σε ποτάμι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " timmerman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "timmerman" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "timmerman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη