Μετάφραση του "titel" σε Ελληνικά

Οι τίτλος, πτυχίο, δίπλωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "titel" σε Ελληνικά.

titel noun masculine γραμματική

opschrift van een document

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τίτλος

    noun masculine

    toevoeging op naam

    Het huis Dorincourt heeft eindelijk iemand die de titel waard is!

    Ο οίκος των Ντόρινκορτ έχει τελικά ένα κληρονόμο, άξιο του τίτλου.

  • πτυχίο

    noun neuter

    Z'n titels zijn allemaal vervalst, maar hij is het echt.

    Τα πτυχία του είναι πλαστά, άλλα είναι αληθινός.

  • δίπλωμα

    noun neuter

    Eindbeslissingen van het Gemeenschapsoctrooigerecht vormen een executoriale titel wanneer geen beroep meer mogelijk is.

    Οι οριστικές αποφάσεις του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι εκτελεστές, εφόσον δεν υπόκεινται πλέον σε ένδικα μέσα.

  • τίτλος κυριότητας

    masculine

    Indien hij in een verkoopovereenkomst optreedt voor rekening van een verkoper, verwerft de commissionair dus geen titel op de waren.

    Επομένως, ο μεσάζων, καίτοι συνάπτει τη σύμβαση για λογαριασμό του πωλητή, δεν αποκτά τίτλο κυριότητας επί των εμπορευμάτων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " titel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "titel"

Φράσεις παρόμοιες με "titel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "titel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη