Μετάφραση του "toegang" σε Ελληνικά

Οι πρόσβαση, προσπέλαση, ελευθεροκοινωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toegang" σε Ελληνικά.

toegang noun masculine γραμματική

Een weg of middel om te naderen of binnen te komen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσβαση

    noun feminine

    Onderstations en schakelstations moeten beveiligd worden tegen toegang door onbevoegden.

    Η άνευ αδείας πρόσβαση σε υποσταθμούς και σημεία διαχωρισμού είναι απαγορευμένη.

  • προσπέλαση

    noun feminine

    De toegang tot vindplaatsen dient echter zorgvuldig te worden afgemeten tegen de mogelijke negatieve milieueffecten.

    Όμως, η προσπέλαση στη γη πρέπει να εξετάζεται με ορθολογικό τρόπο για να αποφεύγονται οι ενδεχόμενες δυσμενείς επιπτώσεις επί του περιβάλλοντος.

  • ελευθεροκοινωνία

    noun feminine
  • προσπελαύνω

    Toegang tot de koninklijke computer.

    Προσπελαύνω τον βασιλικό υπολογιστή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toegang " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "toegang" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toegang" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη