Μετάφραση του "transgender" σε Ελληνικά

Το διεμφυλικός είναι η μετάφραση του "transgender" σε Ελληνικά.

transgender adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διεμφυλικός

    adjective masculine

    In deze conclusie wordt algemeen de term „transgender” gebruikt.

    Οι παρούσες προτάσεις χρησιμοποιούν εν γένει τον όρο «διεμφυλικός».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " transgender " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "transgender" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη