Μετάφραση του "uitbuiting" σε Ελληνικά

Το εκμετάλλευση είναι η μετάφραση του "uitbuiting" σε Ελληνικά.

uitbuiting noun feminine γραμματική

het gebruik van iemand maken zonder daar naar waarde voor te belonen

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκμετάλλευση

    noun

    Een wereld zonder uitbuiting en waardigheid voor iedereen.

    Ένας κόσμος χωρίς εκμετάλλευση και με αξιοπρέπεια για όλους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uitbuiting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uitbuiting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη