Μετάφραση του "uiterlijk" σε Ελληνικά

Οι όψη, εξωτερικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uiterlijk" σε Ελληνικά.

uiterlijk adjective noun adverb neuter γραμματική

Een uitdrukking of voorkomen die een bepaalde toestand van de geest aangeeft. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • όψη

    noun feminine

    Zij moeten, naar gelang van de variëteit, een glanzend uiterlijk hebben.

    Πρέπει να έχουν λαμπερή όψη, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της ποικιλίας.

  • εξωτερικός

    adjective

    Hoewel onze uiterlijke zelf verschrompelt, wordt ons innerlijk van dag tot dag vernieuwd.'

    " Ενώ ο εξωτερικός εαυτός μας χαραμίζεται, ο εσωτερικός ανανεώνεται μέρα με τη μέρα ".

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uiterlijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "uiterlijk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uiterlijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη