Μετάφραση του "uitgave" σε Ελληνικά

Οι έκδοση, δαπάνη, έξοδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uitgave" σε Ελληνικά.

uitgave noun verb feminine γραμματική

bedrag dat men uitgeeft [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκδοση

    noun feminine

    Bijzondere uitgave in het Spaans: Hoofdstuk 03 Deel 20 blz.

    Ισπανική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 03 τόμος 20 σ.

  • δαπάνη

    noun feminine

    Zij mogen niet worden gebruikt om lopende uitgaven voor administratie, onderhoud en huishoudelijke uitgaven te betalen.

    Δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη τρεχουσών δαπανών διοικήσεως, συντηρήσεως και λειτουργίας.

  • έξοδα

    noun neuter

    Dit krediet dient ter financiering van de uitgaven voor de distributie van gemeenschappelijke leerplannen.

    Η πίστωση αυτή προορίζεται να καλύψει τα έξοδα κατανομής κοινών εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκταμίευση
    • εκδόσεις
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uitgave " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "uitgave" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uitgave" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη