Μετάφραση του "uitlaat" σε Ελληνικά

Οι εξάτμιση, διάταξη εξάτμισης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uitlaat" σε Ελληνικά.

uitlaat noun verb masculine γραμματική

een opening waardoor iets als afvalproducten naar buiten kan treden [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάτμιση

    noun feminine

    Alstublieft, jij rookt als een oude uitlaat, blazend straat in straat uit.

    Έλα τώρα, καπνίζεις σαν εξάτμιση, έτσι που τραβάς τζούρες στο δρόμο.

  • διάταξη εξάτμισης

    Technische eenheid: voorziening voor de uitlaat (voorziening voor verontreinigingsbeheersing en voorziening voor geluidsreductie)

    ΧΤΜ: διάταξη εξάτμισης (διάταξη ελέγχου της ρύπανσης και διάταξη προστασίας από τους θορύβους)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uitlaat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "uitlaat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εύθυμος · ζωηρός · φαιδρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uitlaat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη