Μετάφραση του "uitlenen" σε Ελληνικά

Το δανείζω είναι η μετάφραση του "uitlenen" σε Ελληνικά.

uitlenen verb γραμματική

iets voor tijdelijk gebruik aan een ander afstaan [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανείζω

    verb

    Het was van mij lang voordat ik het aan jou uitleende.

    Εννοώ, ήταν δικό μου πριν σου το δανείσω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uitlenen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "uitlenen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uitlenen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη