Μετάφραση του "uitroepteken" σε Ελληνικά

Οι θαυμαστικό, Θαυμαστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uitroepteken" σε Ελληνικά.

uitroepteken noun neuter γραμματική

!, een leesteken dat uitdrukt dat de zin een uitroep, bevel of uitdrukking van verbazing is [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θαυμαστικό

    noun neuter

    Maar, dat vraagteken kan natuurlijk ook een uitroepteken of interrobang.

    Αλλά φυσικά το ερωτηματικό μπορεί να είναι ένα θαυμαστικό ή και τα δύο.

  • Θαυμαστικό

    σημείο στίξης

    Maar, dat vraagteken kan natuurlijk ook een uitroepteken of interrobang.

    Αλλά φυσικά το ερωτηματικό μπορεί να είναι ένα θαυμαστικό ή και τα δύο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uitroepteken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uitroepteken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη