Μετάφραση του "uitwerken" σε Ελληνικά
Οι επεξεργάζομαι, κατεργάζομαι, υπολογίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uitwerken" σε Ελληνικά.
uitwerken
verb
γραμματική
Het intellect gebruiken om iets te plannen of te ontwerpen.
-
επεξεργάζομαι
verbIk ben er daarom voorstander van dat we een gemeenschappelijk programma uitwerken.
Είμαι λοιπόν υπέρ του να επεξεργασθούμε ένα κοινό σχέδιο.
-
κατεργάζομαι
verb -
υπολογίζω
verbIk heb alles uitgewerkt.
Κοίτα, τα έχω όλα υπολογίσει.
-
λογαριάζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " uitwerken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη