Μετάφραση του "usurpator" σε Ελληνικά
Το σφετεριστής είναι η μετάφραση του "usurpator" σε Ελληνικά.
usurpator
noun
masculine
γραμματική
Een persoon die verovert of overwint.
-
σφετεριστής
noun masculineVolgens de inscriptie was Gaumata een usurpator, die zich voor de vermoorde broer van Cambyses uitgaf.
Σύμφωνα με αυτή την επιγραφή, ο Γαυμάτης ήταν σφετεριστής ο οποίος παρίστανε το δολοφονημένο αδελφό του Καμβύση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " usurpator " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "usurpator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έξαρχος · σφετερίστρια · σφετεριστής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη