Μετάφραση του "uur" σε Ελληνικά

Οι ώρα, μία η ώρα, στις μία η ώρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uur" σε Ελληνικά.

uur noun neuter γραμματική

een eenheid van tijd die bestaat uit 60 minuten [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ώρα

    noun feminine

    tijdseenheid, 60 minuten [..]

    Tom heeft een goed uur op Maria gewacht.

    Ο Τομ περίμενε τη Μαίρη τουλάχιστον μια ώρα.

  • μία η ώρα

    adverb feminine

    De opnames voor de reclamespots van Vip zijn om één uur.

    Τα γυρίσματα για το διαφημιστικό σποτ είναι στη μία η ώρα.

  • στις μία η ώρα

  • ώρες

    noun

    Ik denk niet dat ze je in leven zouden laten om je enkele uren later te doden.

    Δεν νομίζω να σε άφησαν να ζήσεις, μόνο και μόνο για να σε σκοτώσουν λίγες ώρες μετά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "uur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη