Μετάφραση του "vaak" σε Ελληνικά
Το συχνά είναι η μετάφραση του "vaak" σε Ελληνικά.
vaak
adjective
noun
adverb
feminine
γραμματική
vele malen [..]
-
συχνά
adverbvele malen
Ze heeft vaak gezegd dat hij de liefde van haar leven was.
(Εκείνη) συχνά έλεγε ότι (εκείνος) ήταν ο έρρωτας της ζωής της.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vaak " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη