Μετάφραση του "vandalisme" σε Ελληνικά

Οι βανδαλισμός, Βανδαλισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vandalisme" σε Ελληνικά.

vandalisme noun neuter γραμματική

het moedwillig en nodeloos beschadigen of vernietigen van andermans of openbaar eigendom

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βανδαλισμός

    noun masculine

    Lichamelijk letsel veroorzaken, vandalisme en hij diende tien maanden.

    Επίθεση με πρόκληση σωματικής βλάβης, βανδαλισμός, εξέτισε δεκάμηνη ποινή.

  • Βανδαλισμός

    συστηματική μερική ή ολική καταστροφή έργων τέχνης και πολιτισμού

    Lichamelijk letsel veroorzaken, vandalisme en hij diende tien maanden.

    Επίθεση με πρόκληση σωματικής βλάβης, βανδαλισμός, εξέτισε δεκάμηνη ποινή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vandalisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vandalisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη