Μετάφραση του "vastgoed" σε Ελληνικά
Οι ακίνητη περιουσία, ακίνητο, ιδιοκτησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vastgoed" σε Ελληνικά.
vastgoed
noun
neuter
γραμματική
-
ακίνητη περιουσία
noun femininegoederen die niet kunnen worden verplaatst, zoals huizen, gronden, ...
Hij maakte een fortuin in boerderijen, mijnen en vastgoed.
Έκανε μια περιουσία σε ράντσα, ορυχεία και ακίνητη περιουσία.
-
ακίνητο
noun neuterSteeds meer Europeanen kopen vastgoed buiten hun lidstaat van herkomst.
Όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι αποκτούν κάποιο ακίνητο εκτός του κράτους μέλους καταγωγής τους.
-
ιδιοκτησία
noun feminineIk kijk de gegevens na maar ik betwijfel... dat Morehouse vastgoed een pachthuis beheert.
Θα το τσεκάρω, αλλά δε νομίζω στην ιδιοκτησία μας να ανήκει κάποιο οίκημα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vastgoed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη