Μετάφραση του "vatten" σε Ελληνικά

Οι αιχμαλωτίζω, συλλαμβάνω, πιάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vatten" σε Ελληνικά.

vatten verb γραμματική

vastgrijpen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμαλωτίζω

    verb
  • συλλαμβάνω

    verb

    Daarom heb ik vast zo'n moeite om haar blik te vatten.

    Γι ́ αυτό δεν μπορώ να συλλάβω το βλέμμα της.

  • πιάνω

    verb

    Charlie, hij moet bewaakt worden tot we deze kerel gevat hebben.

    Τσάρλι, θέλω κάποιον μαζί του μέχρι να πιάσουν τον τύπο.

  • αρπάζω

    verb

    De gordijnen vatten vlam en vielen.

    Οι κουρτίνες άρπαξαν, κάηκαν και έπεσαν...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vatten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vatten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • vat
    αγγείο · βαρέλι · δεξαμενή · δοχείο · σκεύος
  • πίθος των Δαναΐδων
  • εύστροφος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vatten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη