Μετάφραση του "veelvuldig" σε Ελληνικά

Οι συχνός, συχνό, πολυειδής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "veelvuldig" σε Ελληνικά.

veelvuldig adjective γραμματική

Vele malen, met korte tussenpozen tussen de gebeurtenissen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συχνός

    adjective masculine

    Bovendien stelt de Commissie veelvuldig geconsolideerde versies op haar website ter beschikking.

    Επιπλέον, στον ιστότοπο της Επιτροπής διατίθενται συχνά ενοποιημένα κείμενα.

  • συχνό

    adjective neuter

    Veelvuldig gebruik van de zogeheten minijobs beperkt de verwerving van pensioenrechten.

    Το συχνό φαινόμενο των μικροδουλειών περιορίζει την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.

  • πολυειδής

    masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολύπτυχος
    • πολλαπλός
    • συχνή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " veelvuldig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "veelvuldig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη