Μετάφραση του "veilig" σε Ελληνικά

Οι ασφαλής, αβλαβής, άκακος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "veilig" σε Ελληνικά.

veilig adjective adverb γραμματική

niet aan gevaar blootstaand [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασφαλής

    adjective

    Bij getuigen bescherming ben ik ook niet veilig ofwel, maar ik pak mijn kansen liever daar.

    Δεν είμαι ασφαλής ούτε με το πρόγραμμα μαρτύρων αλλά προτιμώ να το ρισκάρω εκεί.

  • αβλαβής

    adjective

    Ga gewoon, doe je werk en kom veilig thuis.

    Πήγαινε, κάνε ό, τι πρέπει και γύρνα σπίτι σώος και αβλαβής.

  • άκακος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακίνδυνος
    • ακίνδηνος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " veilig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "veilig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "veilig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη