Μετάφραση του "vel" σε Ελληνικά

Οι δέρμα, τομάρι, προβειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vel" σε Ελληνικά.

vel noun verb neuter γραμματική

dunne laag [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέρμα

    noun neuter

    Stof die de buitenkant van een gewerveld lichaam vormt bestaande uit twee lagen waarvan de buitenste bedekt kan zijn met haar, schubben, veren enz. Voornamelijk dient het voor bescherming en gevoel.

    Ik ben zo nerveus dat ik bijna uit m'n vel spring.

    Σας λέω ότι είμαι τόσο ταραγμένη που κοντεύω να βγω έξω απ'το δέρμα μου.

  • τομάρι

    noun neuter

    Hij zei als ik ooit weer over hem zou praten, hij mijn vel eraf zou stropen.

    Είπε ότι αν ξαναρωτήσω γι'αυτόν, θα μου βγάλει το τομάρι.

  • προβειά

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πέτσα
    • επιδερμίδα
    • φλοιός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vel"

Φράσεις παρόμοιες με "vel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη