Μετάφραση του "vennoot" σε Ελληνικά

Το εταίρος είναι η μετάφραση του "vennoot" σε Ελληνικά.

vennoot noun masculine γραμματική

Iemand die geassocieerd is met een ander in algemene activiteiten of interesse.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εταίρος

    noun masculine

    De enige vennoot oefent de aan de algemene vergadering toegekende bevoegdheden uit.

    Ο μοναδικός εταίρος ασκεί τις εξουσίες της συνελεύσεως των εταίρων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vennoot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vennoot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vennoot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη