Μετάφραση του "verbaal" σε Ελληνικά
Οι λεκτικός, προφορικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbaal" σε Ελληνικά.
verbaal
adjective
γραμματική
met woorden [..]
-
λεκτικός
adjectiveBedreigen, geruchten verspreiden, iemand fysiek of verbaal aanvallen of iemand expres uitsluiten van een groep.
Απειλές, φήμες, επίθεση λεκτική ή σωματική ή αποκλεισμός κάποιου από μια ομάδα.
-
προφορικός
adjective masculineDeze maatregel bestaat uit een verbale kennisgeving en uit de afgifte van het bewijs van inspectie.
Το μέτρο συνίσταται σε προφορική αναφορά και παράδοση του αποδεικτικού της επιθεώρησης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verbaal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "verbaal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μη λεκτική επικοινωνία
-
σιωπηρός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη