Μετάφραση του "verbod" σε Ελληνικά
Οι απαγόρευση, άμυνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbod" σε Ελληνικά.
verbod
noun
neuter
γραμματική
strafmaatregel
-
απαγόρευση
noun feminineEen dergelijk verbod is volstrekt niet vergelijkbaar met de verboden die door de Overeenkomst worden opgelegd.
Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν είναι καθόλου συγκρίσιμη με αυτές που επιβάλλει η Συμφωνία.
-
άμυνα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verbod " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "verbod" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων
-
απαγόρευση διασκορπισμού των ακάθαρτων υδάτων
-
απαγορεύεται · απαγορεύεται το
-
απαγορευμένο όπλο
-
απαγορεύεται το κάπνισμα
-
απαγορευμένος · απαγορεύεται · απαγορεύεται το
-
κατάχρηση εξουσίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη