Μετάφραση του "verbruik" σε Ελληνικά
Οι κατανάλωση, ανάλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbruik" σε Ελληνικά.
verbruik
noun
verb
neuter
γραμματική
de totale verbruikte hoeveelheid
-
κατανάλωση
noun feminineVolgens de Hongaarse autoriteiten is het verbruik van kolen in Hongarije beperkt.
Σύμφωνα με τις ουγγρικές αρχές, δεν είναι υψηλή η κατανάλωση άνθρακα στην Ουγγαρία.
-
ανάλωση
nounDe output wordt geregistreerd als middelen en het intermediair verbruik als bestedingen van de productierekening.
Η παραγωγή καταγράφεται στους πόρους και η ενδιάμεση ανάλωση στις χρήσεις του λογαριασμού παραγωγής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verbruik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "verbruik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανάλωση · καταναλώνω · τρώγω · τρώω
-
βιομηχανική κατανάλωση
-
κατά κεφαλή κατανάλωση
-
Μονάδες υποστήριξης που χρησιμοποιήθηκαν
-
μονάδες υποστήριξης που χρησιμοποιήθηκαν
-
εμπορία και κατανάλωση
-
αναλωθείς
-
εγχώρια κατανάλωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη