Μετάφραση του "verdienen" σε Ελληνικά

Οι αξίζω, παίρνω, κερδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verdienen" σε Ελληνικά.

verdienen verb γραμματική

het recht op een beloning of bestraffing verwerven [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξίζω

    verb

    Elke burger van de waterstam verdient dat recht.

    Κάθε πολίτης της φυλής του νερού αξίζει αυτό το δικαίωμα.

  • παίρνω

    verb

    Freddy, je verdient een baan en het Congres wil het van je afnemen.

    Freddy, αξίζετε μια θέση εργασίας, και το Κογκρέσο με αναγκάζει να το πάρει μακριά.

  • κερδίζω

    verb

    Ik verdien €100 per dag.

    Κερδίζω εκατό ευρώ τη μέρα.

  • ωφελούμαι

    Verb verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verdienen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verdienen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη