Μετάφραση του "verspreiden" σε Ελληνικά

Οι διασκορπίζω, απλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verspreiden" σε Ελληνικά.

verspreiden verb γραμματική

in omloop brengen, over een groter oppervlak uitbreiden [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διασκορπίζω

    Een zelfrijdende machine op wielen of rupsbanden met open cabine die materiaal transporteert en stort, dan wel verspreidt.

    Το αυτοπροωθούμενο τροχοφόρο ή ερπυστριοφόρο μηχάνημα με ανοικτό αμάξωμα, το οποίο είτε μεταφέρει και απορρίπτει ή διασκορπίζει υλικό.

  • απλώνω

    verb

    Iedere keer als hij een vampier doodt, verspreidt het zich.

    Είπε πως κάθε φορά που σκοτώνει έναν βρικόλακα απλώνεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verspreiden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verspreiden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη