Μετάφραση του "vertraging" σε Ελληνικά
Το καθυστέρηση είναι η μετάφραση του "vertraging" σε Ελληνικά.
vertraging
noun
feminine
γραμματική
het langzamer gaan [..]
-
καθυστέρηση
noun feminineIk betreur dat dit conflict in de Raad tot een vertraging van meer dan tien jaar heeft geleid.
Λυπάμαι διότι η διαμάχη στο Συμβούλιο προκάλεσε αυτή την υπερδεκαετή καθυστέρηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vertraging " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vertraging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνολική αδράνεια
-
απώλεια χρόνου
-
καθυστέρηση ανάθεσης
-
καθυστέρηση ισοστάθμισης
-
ελεύθερη αδράνεια
-
αργοπορημένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη